Η Μάνα της προσφυγιάς… Άρθρο του Ρωμανίδη Νεοφ. Θεόδωρου για την 8η Μαΐου – «Παγκόσμια ημέρα της Μητέρας»

  Στο τσουνάμι που πριν από χρόνια έπληξε την Ιαπωνία τα σωστικά συνεργεία κατόρθωσαν να εντοπίσουν το σώμα μιας άτυχης γυναίκας, θαμμένο στα συντρίμμια του σπιτιού της. Η στάση του σώματος έδωσε μία μικρή ελπίδα στους διασώστες ότι η γυναίκα μπορεί να είναι ζωντανή, κάτι που δυστυχώς δεν επιβεβαιώθηκε.

  Απογοητευμένοι οι άνδρες διάσωσης συνέχισαν την πορεία τους, ωστόσο μία… εσωτερική δύναμη έσπρωξε τον αρχηγό του συνεργείου να επιστρέψει και να εξετάσει και πάλι το νεκρό σώμα της γυναίκας.

  Ψάχνοντας λοιπόν ανάμεσα στα χέρια της, ανακάλυψε ως διά μαγείας ότι υπήρχε ένα μωρό τυλιγμένο σε μία κουβέρτα, το οποίο κοιμόταν γαλήνια, χωρίς φυσικά να γνωρίζει τι είχε συμβεί.

  Ο μικρούλης σώθηκε χάρη στην θυσία της μητέρας του, ενώ αμέσως τα σωστικά συνεργεία τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε ότι ήταν υγιέστατος.

  Ανάμεσα στην κουβερτούλα του, βρέθηκε ένα κινητό το οποίο έγραφε το εξής μήνυμα από την μητέρα του:

  «Αν καταφέρεις να επιζήσεις να θυμάσαι μόνο ότι σ’ αγαπώ».

  Κάποιοι το χαρακτήρισαν θαύμα. κάποιοι απλά συγκινητική θυσία μίας μάνας.

  Αυτή είναι η μάνα που τιμούμαι την Δεύτερη Κυριακή του Μάη.

  Η Ανν Τζάρβις (Ανν Μαρία Ριβς Τζάρβις) είναι κατά κάποιο τρόπο η «μητέρα» της Γιορτής της Μητέρας. Κατά την περίοδο της ακτιβιστικής δράσης της υπέρ της ειρήνης, την περίοδο του αμερικανικού εμφυλίου, φρόντιζε τραυματίες στρατιώτες διατηρώντας μία δύσκολη στάση ουδετερότητας σε μία στιγμή της αμερικάνικης ιστορίας που τα πάθη και ο διχασμός κυριαρχούσαν.

  Σαράντα και πλέον χρόνια μετά την «μητρική» φροντίδα που επέδειξε ένα μνημόσυνο για την Ανν Τζάρβις, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο πρώτος εορτασμός της Ημέρας της Μητέρας, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, Το μνημόσυνο αυτό υπήρξε το σημείο εκκίνησης για τη σταδιακή διάχυση του εορτασμού της Ημέρας της Μητέρας σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ. Η κορύφωση όλης αυτής της πορείας ήρθε το 1914, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον αναγνώρισε την Ημέρα της Μητέρας ως εθνική εορτή που θα εορτάζεται τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

  Στην Ελλάδα η γιορτή της μητέρας συνδέθηκε με την εορτή της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου). Τότε η ορθόδοξη εκκλησία γιορτάζει την Παναγία με τον Ιωσήφ που πηγαίνουν τον 40ήμερο Ιησού στο Ναό για ευλογία. Να «σαραντίσει», με σύγχρονη ορολογία. Μια κίνηση που ακόμα σήμερα κάνουν οι χριστιανές μητέρες (Σαραντισμός). Ο παράλληλος εορτασμός της μητέρας ξεκίνησε το 1929, Όμως κατά την δεκαετία του 1960, ο εορτασμός ατόνησε και ενισχύθηκε η δυτικόφερτη συνήθεια εορτασμού της 2ης Κυριακής του Μαΐου.

  Μάνα, μια λέξη μαγική. Που κλείνει μέσα της την αγάπη, την προστασία, την φροντίδα, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη.

  Μάνα! Η πρώτη λέξη στις φωνούλες από τα στόματα των μικρών αλλά και αυτή που ψελλίζει καθένας μας όσο μεγάλος και αν είναι.

  Γέρος, πέργερος, μάνα λέει, μας λέει μια λαϊκή παροιμία και μια άλλη: Απ’ ούλα τα γλυκύτερα, γλυκύτερο ειν΄ η μάνα.

  Όνομα γλυκό και Θείο. Το ιερότερο πλάσμα της δημιουργίας Του. Το δεξί χέρι του Θεού. Σταλμένη απ’ Αυτόν να ζήσει στη γη, να γίνει δεντρί μεγάλο και να κάνει πελώριους κλώνους για ν’ απλωθούν σ’ όλη την οικουμένη και να προστατέψει, κλώσα αυτή, όλα τα παιδιά της κάτω από την απλωσιά της, χωρίς καμιά διάκριση.

  Αυτή την μέρα, εμείς απόγονοι προσφύγων, τιμούμαι την «μάνα της προσφυγιάς». Τις μάνες των πατρίδων που χάθηκαν. Της Θράκης, της Ιωνίας, της Καππαδοκίας, του Πόντου. Εκεί όπου η γη είναι σπαρμένη με τα κόκκαλα των δικών μας ανθρώπων από την τρισχιλιετή παρουσία του ελληνισμού.

  Που σήκωναν αγόγγυστα το βάρος να κρατήσουν όρθιο το σπιτικό κάτω από αφάνταστες στερήσεις, αγωνίες, διωγμούς, θανατικό. Να αναθρέψουν τα παιδιά τους ποτίζοντας τα με ψυχή ελληνική κάτω από το χαμηλό φως του καντηλιού, προσφέροντάς τους απλόχερα αγάπη.

  Πηγή χαράς, ευτυχίας, ασφάλειας, ηρεμίας, θυσίας, αγάπης. Ακούραστη. Γυναίκα από ατσάλι. Ρίζα και κορμός που κράταγε στιβαρά το δένδρο της φαμελιάς.

  Η πόντια μάνα δούλευε συνεχώς στο σπίτι, στο χωράφι, στα ζώα. Δεν ήξερε τίποτα άλλο παρά μόνον τον δρόμο της προσφοράς. Ήταν επίμονες αυτές οι μάνες, με εγωισμό, φωνές αλλά και γέλια. Με καλοσύνη και χιούμορ ασύνορα.

  Και όταν ο ουρανός μαύρισε, τα καταπράσινα βουνά με τα μοσχομύριστα λουλούδια έγιναν τόποι φρίκης και πόνου, τότε η πόντια μάνα έγινε γυναίκα και άνδρας μαζί. Να προστατεύει τους ηλικιωμένους και να φροντίζει τα παιδιά της. Θρήνος σπαρακτικός ο χαμός των παιδιών της.

«Στην αγκάλεμ μ’ επέρα τα μωρά μ’ κι έτρεχα – ελάχμαξα. (Στην αγκαλιά μου πήρα τα μωρά κι έτρεχα-λαχάνιασα)
Ώρες επορπάνα. (ώρες περπατούσα)
Να σώζω τα αθώα τα ψύα τουν. Έτρεχα και ετέρνα οξοπίς.(να σώσω τις αθώες ψυχές τους. Έτρεχα και κοιτούσα πίσω))
Τη στράταν για το λιμάν επέρα.(τον δρόμο για το λιμάνι πήρα)
Η στράτα για τη σωτηρίαν εν, ατό έξα, ( ο δρόμος για την σωτηρία είναι, αυτό άκουσα)
πίσσα σκοτάδ αδά. Θεέ μ’ Θεέ μ’ να βάλ’ς το χέρι σ’. (πίσσα σκοτάδι εδώ. Θεέ μου Θεέ μου να βάλεις το χέρι Σου)

Αγκώνες έκοφτα σ’ αχάντια απές, μαύρο μονοπάτ’ επέρα, (με αγκωνιές έκοβα τα αγκάθια, μαύρο μονοπάτι πήρα)
πόσα φοράς κι ερούξκα αφκά και κ’ εντόκα! (πόσες φορές δεν έπεσα κάτω και κτύπησα)
Γεράδας σα γόνατα αμόν χερόπα. (Πληγές στα γόνατα σαν αυτά στα χέρια)

«Μάνα», «Μάνα» τα μωρά μ’ να κλαίγνε («Μάνα, Μάνα» τα μωρά να κλαίνε)
ελέπω τον Τούρκον το παιδί μ ν’ αρπάζ’, (βλέπω τον Τούρκο το παιδί μου ν αρπάζει)

το ματωμένο το χαντζάρ το τρυφερόν τη γούλα κόφτ’ (με το ματωμένο μαχαίρι του τον τρυφερό λαιμό κόβει)
εσκότωσεν τ’ αγγελούδι μ’... Το πρόσωπο μ’ κόκκινο εβάφτεν. (σκότωσε το αγγελούδι μου… Το πρόσωπο μου βάφτηκε κόκκινο )

Εσκώθα απάν και εκούιξα (σηκώθηκα πάνω και τσίριξα)
«Επάρτεν εμέν, εμέν επάρτε, (Πάρτε εμένα, εμένα πάρτε)
αφκά τα χέρια σουν α’ σα χάταλα μ’», ( κάτω τα χέρια σας απ τα μωρά μου)
αντήχησε στα δακρυσμένα βουνά. (αντήχησε (η φωνή) στα δακρυσμένα βουνά)
Μ’ όλην την δύναμην τα στήθη μ’ να κρούω, (μ όλη την δύναμη κτυπούσα τα στήθη μου)
ένα βουβό κλάμαν... «Επάρτεν εμέν». (ένα βουβό (ξέπνοο) κλάμα… «Πάρτε εμένα»)
Κανείς κι έξε με, ούτε ο Θεόν.»… (κανείς δε μ άκουσε, ούτε ο Θεός»…

 (από την ποιητική συλλογή της Νίνας Αλέξη

   Εκείνες, άντεξαν! και αγωνίστηκαν και πολέμησαν. Μνήμη και τιμή τις αξίζουν. Ας τις μνημονεύουμε και ας εμπνεόμαστε από το παράδειγμα τους στις δυσκολίες που περνάμε.

  Γιορτάζουν σήμερα όλες οι μανούλες, οι μάνες, οι μητέρες, η μαμά όπως ο καθένας μας έχει μάθει να την φωνάζει. Μικροί και μεγάλοι θα βρούμε τρόπο να της πούμε λίγα λόγια τρυφερά όπως της αξίζει. Στο γλυκύτερο πρόσωπο της ζωής μας. Και αν τα λόγια σας είναι φτωχά δείξτε τα συναισθήματα σας με μια αγκαλιά, ένα φιλί, λίγα λουλούδια.

  Ευκαιρία να ξαναπούμε την λέξη ΜΑΝΑ και να της εκφράσουμε απέραντη ευγνωμοσύνη και πολλές γλυκές από καρδιάς ευχές για «χρόνια πολλά».

  Και ακόμα μια ευκαιρία να θυμηθούμε τις μάνες που «έφυγαν». Και νοερά να τις στείλουμε την αγάπη μας.

  Χρόνια Πολλά σε όλες τις μανούλες.